«H συμφωνία του Καΐρου και η ανάκτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων» γράφει ο Καρακωστάνογλου Βενιαμίν.

Η συμφωνία του Καΐρου για την οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος-Αιγύπτου είναι μια επιτυχής κίνηση και μια χρήσιμη εξέλιξη για την Ελλάδα. Αυτό αφορά κυρίως το πολιτικό- διπλωματικό επίπεδο μετά από μια σειρά Τουρκικών πρωτοβουλιών που, παρά τον αυθαίρετο και νομικά έωλο χαρακτήρα τους, είχαν φέρει σε δύσκολη θέση την πάντα νομιμόφρονα αλλά και συνήθως ολιγωρούσα Ελλάδα!

Οι παράνομες έρευνες και γεωτρήσεις της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ, η εξαγγελία ανάλογων αυθαίρετων ενεργειών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, η αμφισβήτηση των θαλασσίων ζωνών των νησιών μας (αλλά και της Κύπρου), η διεκδίκηση τουρκικής κυριαρχίας επί πλειάδας νησιών και νησίδων της χώρας μας που προστίθεται στις ποικίλες άλλες μονομερείς και παράνομες διεκδικήσεις σε βάρος μας (με αφετηρία το 1973), αλλά κυρίως η κορυφαία πράξη της τουρκικής ιλαροτραγωδίας με το τουρκολιβυκό ψευτομνημόνιο, είχαν δημιουργήσει μια τουρκική επέλαση στα ζητήματα των θαλασσίων ζωνών και της δικαιοδοσίας.

Έτσι η Ελλάδα αναγκαζόταν να αμύνεται επικαλούμενη το Διεθνές Δίκαιο και επιζητούσα την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας. Όμως, ούτε το διεθνές δίκαιο είχε αξιοποιήσει η Ελλάδα, ούτε η Διεθνής κοινότητα είχε σπεύσει έμπρακτα να αντιμετωπίσει και να ανατρέψει τις αυθαίρετες τουρκικές πρωτοβουλίες.

Οι κινήσεις των ΗΠΑ, τη ΕΕ και άλλων φιλικών κρατών προς της Ελλάδος έμειναν στο επίπεδο των λεκτικών καταγγελιών ή, το πολύ, της εκδήλωσης προθέσεων για οικονομικές κυρώσεις κατά της Τουρκίας στο μέλλον. Ταυτόχρονα, ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και η Ρωσία τηρούσαν στάση Πόντιου Πιλάτου ή υποκριτικής, και τελικά επιβλαβούς για την Ελλάδα και την Κύπρο, ουδετερότητας.

Επιτέλους, η αδήριτη ανάγκη των πραγμάτων και η φρενίτιδα των τουρκικών παρανομιών, αλλά και η διεθνής απραξία, οδήγησαν την ελληνική διπλωματία να αναλάβει πρωτοβουλίες! Μικρές και δειλές, αλλά πάντως πρωτοβουλίες, για να βγει η χώρα μας από την «ιδιότυπη εθνική μοναξιά της». Στην οποία την είχε οδηγήσει η πολυετής (πάνω από 45 χρόνια) απραξία και «αυτοσυγκράτηση», ως προς την αξιοποίηση του ισχυρότατου νομικού οπλοστασίου με το οποίο την εξόπλισε το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας σε συνδυασμό με την γεωγραφία του ελλαδικού χώρου.

Οι δύο συμφωνίες

Αν αυτό δεν γινόταν πρόσφατα, έστω με τεράστια καθυστέρηση, η Ελλάδα κινδύνευε να απολέσει σημαντικά κυριαρχικά δικαιώματα αλλά και κυριαρχία στις παρακείμενες θάλασσες της και να απομονωθεί από την ιστορική περιοχή παρουσίας και δράσης του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, με συρρίκνωση της παγκοσμίως γνωστής ελληνικής ναυτοσύνης και με ταυτόχρονη απώλεια σημαντικών φυσικών και οικονομικών πόρων αλλά κυρίως ζωτικού χώρου που δικαιούται ο Ελληνισμός στις πέριξ του θαλάσσιες περιοχές.

Με τις δύο λοιπόν πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ελλάδος, με τη θαλάσσια οριοθέτηση με την Ιταλία (Ιούνιος 2020) και με την μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο (Αύγουστος 2020), επιτυγχάνεται επιτέλους η οριοθέτηση ενός τμήματος των ελληνικών θαλάσσιων συνόρων με τα γειτονικά κράτη και μάλιστα με βάση την επίκληση και χρήση του Διεθνούς Συμβατικού και Εθιμικού Δικαίου.

Η απόδοση επήρειας σε μικρά και μεγάλα ελληνικά νησιά, μάλιστα, έρχεται να ενισχύσει το κύριο επιχείρημα της Ελλάδος αλλά και να αντιμετωπίσει το ταυτόχρονο πρόβλημα που προκαλεί η παράνομη άρνηση της Τουρκίας να αποδεχθεί τον θεμελιώδη κανόνα (άρθρο 121.2) της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας (που αποτελεί και εθιμικό κανόνα), ότι τα νησιά έχουν ισότιμα δικαιώματα θαλασσίων ζωνών με τα ηπειρωτικά εδάφη, εκτός από βράχους ή νησίδες που δεν μπορούν να συντηρήσουν αυτόνομη ανθρώπινη εγκατάσταση (άρθρο 121.3)

Το δύσκολο μέρος

Αυτό που απομένει βέβαια τώρα είναι το δυσκολότερο μέρος του εγχειρήματος:

  • Η οριοθέτηση με την Κύπρο και την Αίγυπτο για το υπόλοιπο τμήμα της Ελληνικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο, στο οποίο εμπλέκεται και η Τουρκία, εμποδίζοντας τις νόμιμες και συναινετικές λύσεις με τις παράνομες και μονομερείς θέσεις της για τα νησιά και τις θαλάσσιες ζώνες τους.
  • Η οριοθέτηση με την ίδια την Τουρκία τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο (από την Ανατολική Κρήτη, την Κάρπαθο και τη Ρόδο μέχρι το Καστελλόριζο) όσο και στο Αιγαίο, η οποία σήμερα εμφανίζεται ως αδύνατη και καταδικασμένη να αποτύχει, με δεδομένες τις Τουρκικές θέσεις.
  • Η οριοθέτηση με τη Λιβύη, νοτίως της Κρήτης η οποία επί του παρόντος εμφανίζεται αδύνατη καθώς πρόκειται για χώρα εδαφικά διχασμένη και σε εμφύλια εμπόλεμη κατάσταση με έντονες ξένες επεμβάσεις και επιρροές. Εκεί, η όποια οριοθέτηση θα πρέπει να αναμένει την έκβαση του εμφύλιου πολέμου και την ομαλοποίηση της κατάστασης και βέβαια την απόλυτη ακύρωση της φάρσας του Τουρκολιβυκού μνημονίου για τις θαλάσσιες ζώνες.
  • Επίσης, σειρά έχει και η πολύπαθη ελληνοαλβανική οριοθέτηση στο βόρειο Ιόνιο μετά την παράνομη ακύρωση από την Αλβανία της Συμφωνίας οριοθέτησης με την Ελλάδα του 2009.

Το πιο σημαντικό όμως είναι η αξιοποίηση από την Ελλάδα, με δικές της αποφάσεις, όλου του φάσματος των δικαιωμάτων που τις παρέχει πληθωρικά το Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς είναι μια χώρα με παράκτιο μέτωπο μεγαλύτερο από 15.000 χιλιόμετρα. Δηλαδή, θέσπιση ευθειών γραμμών βάσης, επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια, θέσπισης συνορεύουσας ζώνης 24 ναυτικών μιλίων, θέσπιση ΑΟΖ 200 ναυτικών μιλίων και πλήρη εξερεύνηση και αξιοποίηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδος που ήδη ανήκει αυτοδικαίως και εξ υπαρχής στην Ελλάδα.

Μάλιστα διαρκούσης της εκκρεμότητας των οριοθετήσεων με τα γειτονικά κράτη η έρευνα σ όλους τους παρακείμενους θαλάσσιους βυθούς της Ελλάδος μπορεί να γίνει χωρίς να προσεγγίσει το εξωτερικό όριο της μέσης γραμμής με τα άλλα κράτη (για να αποφευχθούν αντιδράσεις), αλλά στο εσωτερικό των περιοχών που διεκδικεί η Ελλάδα ως υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ (από την θέσπισή της και μετά).

Διασφάλιση αρχιπελάγους Αιγαίου

Κυρίαρχο θέμα βέβαια είναι η διασφάλιση της ενότητας και της συνοχής του ιστορικού αρχιπελάγους του Αιγαίου. Από τη Σαμοθράκη ως τα Κύθηρα και από την Κρήτη ως τη Ρόδο και το σύμπλεγμα του Καστελλορίζου. Έτσι, θα διασφαλιστεί ένα τεράστιο τμήμα του περιγράμματος του ελληνικού χώρου, που λόγω της δεσπόζουσας θέση του νησιωτικού συμπλέγματος του Αιγαίου (που ανήκει στην Ελλάδα) επί του θαλάσσιου χώρου, οδηγεί σε Ελληνική κυριαρχία (αιγιαλίτιδα ζώνη) ή κυριαρχικά δικαιώματα οικονομικής φύσης (υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ) στο 90% περίπου του θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου.

Αυτό μάλιστα χωρίς να αναιρούνται τα νόμιμα δικαιώματα ναυσιπλοΐας, υπέρπτησης και τοποθέτησης αγωγών και καλωδίων της Τουρκίας και των άλλων κρατών, δηλαδή με χρήση των ελευθεριών της Ανοιχτής Θάλασσας (Διεθνών Υδάτων) που συνεχίζουν να ισχύουν και στην Υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ, εφόσον όμως δεν παρεμποδίζουν και δεν συγκρούονται με τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους. Κυρίως δε μέσω του ισχυρότατου εθιμικού και συμβατικού δικαιώματος της Αβλαβούς Διέλευσης μέσα από την Αιγιαλίτιδα Ζώνη.

Η Τουρκία, ως κατεξοχήν χερσαίο κράτος, έχει αποποιηθεί κάθε χερσαίο δικαίωμα πέραν των 3 ν.μ από τις ακτές της στο Αιγαίο (Συνθήκη της Λωζάνης) και δεν δικαιούται να αρνηθεί όσα επιβάλλει το Δίκαιο της Θάλασσας, δηλαδή τα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Ούτε βεβαίως δικαιούται να λειτουργεί αναθεωρητικά και επιθετικά προσπαθώντας να αποφύγει την εφαρμογή του ορθόδοξου διεθνούς δικαίου με contra legem (αντίθετες με το δίκαιο) μονομερείς κινήσεις, όπως το Τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι παράνομες έρευνες και γεωτρήσεις αλλά και η διεκδίκηση ελληνικών νησιών. Η Τουρκία δικαιούται όσα θαλάσσια δικαιώματα της επιτρέπει το Δίκαιο της Θάλασσας και όχι ότι επιβάλλουν οι δικές της επιθυμίες!

Η Ελλάδα αξιοποιώντας το θετικό momentum που δημιούργησαν οι δύο πρόσφατες οριοθετήσεις, πρέπει να προχωρήσει άμεσα και στις υπόλοιπες αναγκαίες πρωτοβουλίες στο χώρο των θαλάσσιων δικαιωμάτων της που προαναφέραμε, για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο και να ανατρέψει το αρνητικό ρεκόρ της να είναι η 149η (δηλαδή η τελευταία) παράκτια χώρα ως προς τα θαλάσσια δικαιώματα που έχει θεσπίσει!

Οι σπασμωδικές αντιδράσεις και ο έντονος εκνευρισμός της Τουρκίας και της ηγεσίας της αποτελούν σαφή απόδειξη της επιτυχίας της Ελλάδος: οι δύο οριοθετήσεις με την Ιταλία και την Αίγυπτο, παρά τους συμβιβασμούς που περιέχουν, λόγω του ότι έγιναν υπό συνθήκες πίεσης και ανάγκης της Ελλάδος μετά από μακρά και αδικαιολόγητη απραξία, αποτελούν αφετηρία και απόδειξη της τεράστιας σπουδαιότητας να ανακτήσουμε το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας των κινήσεων που επί τόσο χρόνια είχε ο πονηρός και πλεονέκτης γείτονάς μας, η Τουρκία.

Ατέρμονες διευρευνητικές

Η παρελκυστική τακτική των ατέρμονων «διερευνητικών» συνομιλιών δεν θα οδηγήσει πουθενά παρά μόνο στην απώλεια πολύτιμου χρόνου, ιδίως όταν τέτοιες συνομιλίες ή και άμεσες διαπραγματεύσεις έγιναν για περίπου 20 χρόνια συνολικά με την Τουρκία, με μόνο αποτέλεσμα το «πάγωμα» των ελληνικών δικαιωμάτων και απίστευτη αποθράσυνση και θαλάσσια επεκτατικότητα της Τουρκίας.

Αλλά και αν επιλεγεί ως πολιτική για λόγους εντυπώσεων υπέρ της Ελλάδος ή για την ικανοποίηση των συμμάχων-εταίρων μας (κυρίως Γερμανία), θα πρέπει να γίνει, πρώτον, για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, καθώς τα πάντα έχουν εξεταστεί και υποστηριχθεί στις μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις και συνομιλίες, και δεύτερον, βέβαια, υπό την απαράβατη προϋπόθεση έμπρακτων τουρκικών ενεργειών επιστροφής στη διεθνή νομιμότητα όπως:

  • Ακύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου-φάρσας.
  • Παύση ερευνών και γεωτρήσεων σε ξένες ή αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές (Ελλάδος-Κύπρου).
  • Αποδοχή συμβατικού και εθιμικού δικαίου της θάλασσας.
  • Αποδοχή της υποχρεωτικής αρμοδιότητας του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης για την επίλυση των διεθνών διαφορών της Τουρκίας (η Ελλάδα το έπραξε από το 1994), χωρίς μάλιστα την προβολή παράνομων και εκβιαστικών προϋποθέσεων για την προσφυγή σ` αυτό.
  • Παύση της αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λωζάνης και των άλλων Διεθνών Συνθηκών.
  • Αποδοχή άμεσης επίλυσης του Κυπριακού στη βάση των Ψηφισμάτων του ΟΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου και χωρίς κατοχικά στρατεύματα και παρωχημένα δικαιώματα εγγυήσεως τρίτων χωρών.

Ο μοχλός για επιδίωξη όλων των παραπάνω είναι η ισχυρή στρατιωτική αποτρεπτική ικανότητα της χώρας μας, η οποία λειτούργησε πρόσφατα θετικότατα με την έξοδο και διασπορά του στόλου μας και την ταχεία ετοιμότητα των Ενόπλων μας Δυνάμεων. Και βέβαια η αξιοποίηση των συμμαχιών μας, όπου αυτό είναι εφικτό και ουσιαστικό και όχι προσχηματικό.

Πηγή: https://slpress.gr/

Η συμφωνία του Καΐρου και η ανάκτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων