Η παρούσα ανάρτηση -για την 4η Κυριακή του Τριωδίου- δανείστηκε τον τίτλο από την 5η στροφή του εμβληματικού ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» [ 1 ] του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού. Εκφράζοντας την συλλογική ιστορική συνείδηση των Ρωμηών… ο Δ. Σολωμός αναφέρεται στις διαχρονικές δοκιμασίες και ταλαιπωρίες του γένους, και μάλιστα κατά τα χρόνια της μακράς και σκοτεινής αιχμαλωσίας υπό τον Οθωμανικό ζυγό. Όταν, τότε, η μοναδική παραμυθία της βασανισμένης Ρωμηοσύνης… ήταν να αναπολεί με νοσταλγία το ένδοξο και λαμπρό προγονικό της παρελθόν!
Η 4η Κυριακή του Τριωδίου -μία ημέρα πριν από την είσοδό μας στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή- είναι αφιερωμένη από την Μάννα-Εκκλησία στην «ανάμνηση της εξορίας μας από τον Παράδεισο». Οι μνήμες της εκθρόνισης των πρωτοπλάστων (αντιπροσωπευτικά, και όλων των απογόνων τους) από τον ‘βασιλικό θρόνο’ της αθωότητας… και της εκτόπισής τους από την ‘Εδέμ’ της θεοκοινωνίας… συνιστούν την πιο θλιβερή εμπειρία και πικρή ενθύμηση της ανθρωπότητας! Η ‘γονιδιακή ανάμνηση’ (…) που κουβαλάει ο άνθρωπος, ότι κατάγεται από ρίζα Βασιλική… και ότι στις φλέβες του ρέει Θεϊκό Αίμα… εμπνέει σε κάθε ψυχή, πού’χει συνείδηση της θεοειδούς καταγωγής της, το ‘όνειρο’ κάθε έκπτωτου βασιλιά: μια ασίγαστη λαχτάρα επανενθρόνισης…!
Κάθε φορά που η μνήμη μας -ατομική και συλλογική- πισωγυρίζει με νοσταλγία, από το αμαρτωλό μας παρόν… στο παρελθόν της αθωότητας, η ‘χαμένη ταυτότητα’ της ψυχής μας είναι εκεί… κάπου ‘πεσμένη’ κατά γης, στα χώματα ή τις λάσπες της διαδρομής μας προς την ‘ενηλικίωση’…! Έτσι, όταν ξαναπαίρνουμε στα χέρια την χαμένη μας ‘ταυτότητα’ της ψυχής, ένας ‘λυγμός’ αναγνώρισης ταυτοποιεί-επιβεβαιώνει τις υποψίες των ‘γονιδιακών αναμνήσεών’ μας! Είμαστε πλάσματα θεοειδή, ‘βασιλόγονοι’ έκπτωτοι… και εξορισμένοι απ’ την προπτωτική ‘Εδέμ’ της Θεοκοινωνίας! Τότε, μια λαχτάρα πανίσχυρη… αποκατάστασης στον ‘θρόνο’ της αθωότητας, παρωθεί την ψυχή μας σε επιστροφή -από τον δρόμο της μετανοίας- στον χαμένο Παράδεισο…!
Η ιερή υμνογραφία της Εορτής -συντεθειμένη με βιωματική ενάργεια, από τους Αγίους Πατέρες και Μητέρες της Ορθόδοξης Ανατολής- διατυπώνει με εκφραστική ρωμαλεότητα όλη την οδύνη της μεταμέλειας του ανθρώπου, που εξορίστηκε από τον Παράδεισο! Η αλγεινή νοσταλγία επιστροφής στην πνευματική μας Πατρίδα… που βιώνουμε ως απόγονοι των Πρωτοπλάστων, παραπέμπει σε ίδια λαχτάρα επαναπατρισμού… ξενητεμένων μεταναστών! Έκπτωτοι από την «Σχέση Κοινωνίας» με τον Ουράνιο Πατέρα μας, αλλά κι’ ‘εκθρονισμένοι’ από την Οικειότητα μαζί Του… είναι φυσικό να υποφέρουμε! Ζώντας στην ‘ξενητειά’ του κόσμου της φθοράς… μακριά από την ‘πατρίδα’ και τους πνευματικούς μας ‘συγγενείς’ (τα φωτόμορφα όντα της Βασιλείας του Θεού) περιμένουμε το ‘νόστιμον ήμαρ’ [ 2 ] που θα μας επαναπατρίσει!
Η Ασκητική Παράδοση της Ορθόδοξης Ανατολής, καλλιεργεί με επιμέλεια στις ψυχές των τέκνων της το «χαροποιόν πένθος», μια λεπτή ‘εργασία’ του νου και της καρδιάς, προς τον σκοπό της Μετανοίας! Μια θεόσδοτη εμπειρία… που, όταν εφαρμοστεί σωστά, παράγει κάθαρση… φωτισμό… και αγιασμό σε όποιον την εξασκεί με νοητική ταπείνωση & συντριβή καρδίας! Ένας εκ των Αγίων μας που μίλησαν για την εμπειρία αυτή… είναι κι’ ο Αθωνίτης Όσιος Σιλουανός (+1938). Ο γλυκύς αυτός Άγιος περιέγραψε… όπως βίωσε ο ίδιος, καθισμένος ‘απέναντι του Παραδείσου’ [ 3 ] τον ‘Αδαμιαίο θρήνο’ της ψυχής του, που αντηχούσε σπαρακτικά στην Αθωνική του ερημιά… [ 4 ] μετά την εμπειρική του βίωση της ‘εξορίας από τον Παράδεισο’ ως στέρηση Χάριτος…!
Η ‘επαναπατριστική’ έφεση που νοιώθουμε για τον Παράδεισο… δεν είναι μια επιθυμητική έλξη που προκαλείται από εξωγενή ερεθίσματα, όπως όταν βλέπουμε κάτι που μας αρέσει και το θέλουμε. Ούτε είναι ένας ψυχεδελισμός σαλεμένου μυαλού, ένα ‘όπιο’ κατευναστικό μιας ψυχής διαταραγμένης. Δεν νοιώθουμε έλξη προς επιστροφή στην Ουράνια Πατρίδα… από επιθυμία για ποιοτικότερα και ποσοτικότερα αγαθά αυτών που γευόμαστε στην παρούσα ξενητειά. Η έφεση της ψυχής μας για τον Παράδεισο, είναι μία ‘νοσταλγία εγγενής’ του βαθύτερου είναι μας. Λαχτάρα για κάτι που ‘είχαμε’ κάποτε… αλλ’ εν συνεχεία στερηθήκαμε, επειδή μας αφαιρέθηκε παιδαγωγικά. Προς αυτόν τον χαμένο Παράδεισο… έλκεται νοσταλγικώς πανίσχυρα η ψυχή μας, γιατί η αρχέγονη ‘κυτταρική ανάμνησή’ του ενυπάρχει μέσα μας φυσικά…!
Ψηλαφούμε εντός μας -πάντοτε και μόνο με την Χάρη του Θεού!- την βεβαιότητα της θεοπρεπούς καταγωγής μας, με την αναγνώριση ‘θεοειδών’ χαρακτηριστικών (αν και αμβλυμένων από την αμαρτία…) πάνω στην ψυχή μας. Έτσι, κατανοούμε την «κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού» πλαστούργησή μας κι’ εκλογικεύουμε συμπερασματικά την βασιλική μας καταγωγή! Γιατί, ποιός άλλος… παρά ένας έκπτωτος κι’ εκθρονισμένος πρώην βασιλιάς, μπορεί να… νοσταλγεί την επανενθρόνισή του στην βασιλεία που απώλεσε;! Καθώς, αν μια ‘επιθυμία’ μας αφορά κάτι που δεν είχαμε άλλοτε… αλλά θέλουμε να έχουμε εφεξής, η ‘νοσταλγία’ μας εξωθεί σε κάτι που είχαμε κι’ απωλέσαμε, όχι εξαιτίας της αμαρτίας… αλλ’ εξαιτίας της αλαζονικής αμετανοησίας μας!
Μια ‘γονιδιακή μνήμη’ θεοειδούς καταγωγής φαίνεται, λοιπόν, να κυλάει στο αίμα των πνευματικών ‘αρτηριών’ και ‘φλεβών’ της ανθρωπότητας! Μια ενοχική ‘ανάμνηση’ μακρινή, που μας κάνει να ‘θυμόμαστε’ με βασανιστική μεταμέλεια το χαμένο Βασίλειο της προπτωτικής αθωότητας… από το οποίο εκθρονιστήκαμε και εξοριστήκαμε. Το δυστύχημα αυτό… το έχει υποστεί όλη η ανθρωπότητα, ακριβέστερα η ίδια η ανθρώπινη φύση… που, έκτοτε, νοσεί ανίατα… και λαχταρά -κυρίως ως επιστροφή στην υγεία- την επανασύνδεση με το Μυστήριο της θεοκοινωνίας, από το οποίο αποσυνδέθηκε… και πάσχει. Η σπουδή μας να επιστρέψουμε, διά της μετανοίας, στην ‘Εδέμ’ της Θεϊκής συνάφειας… δεν είναι επιθυμία ‘αδιάφορη’, είναι ανάγκη της φύσης ζωτική!
«Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών…» (ψαλμ. 136, 1)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ξαποσταίνοντας από τα βάσανα της αιχμαλωσίας… έστω κι’ αν βρισκόμαστε στην κατάφυτη κοιλάδα της Βαβυλώνας, μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη, θυμηθήκαμε νοσταλγικά την Ουράνια Πατρίδα μας, από την οποία εκτοπιστήκαμε αιχμαλωτισμένοι, και θρηνήσαμε απαράκλητα…
Όσο κι’ αν, τυχόν, εγκλιματιστήκαμε… και στεριώσαμε… και πλουτίσαμε στην μακρινή ξενητειά… η νοσταλγική ενθύμηση της πατρίδας καίει μέσα μας ασίγαστα! Η, τυχόν, αφθονία ‘καταναλωτικών αγαθών’ που μας χαρίζει η μετανάστευση στην ‘μακρινή χώρα’ της αμαρτίας και των παθών… όσο κι’ αν ικανοποιεί τις ανάγκες ή επιθυμίες μας, ποτέ δεν θα είναι συγκρίσιμη… ακόμα και με την, τυχόν, υστερημένη από βασικά αγαθά πατρίδα μας! Κι’ αν ήταν χρεία, θα προτιμούσαμε μια ζωή στερημένη από αγαθά μέσα στην θαλπωρή της πατρίδας… παρά έναν βίο κορεσμένο από αγαθά, μακριά της!
«Πώς άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας…;!» (ψαλμ. 136, 4)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πώς να χαρούμε αληθινά και χαμογελάσουμε ανέμελα… εδώ μακριά στην πνευματική ξενητειά όπου ζούμε, αιχμάλωτοι στα πάθη μας…;!
Το «Πώς άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας…;» (ψαλμ. 136, 4) είναι ‘ρητορικό ερώτημα’ απορίας, που έλκει την σημασία του από την δεινή Βαβυλώνια αιχμαλωσία των Εβραίων. Εκφράζει την λειτουργική δυσκολία να μπορεί κανείς να δοξολογεί ακατάπαυστα τον Θεό, όντας σε τόπο εξορίας και αιχμαλωσίας. Υποδηλώνει δηλ. ότι η Λογική λατρεία και η Πνευματική χαρά είναι αδύνατες… όταν η ψυχή μας επιλέγει συνειδητά να σταθεί μακριά από τον Θεό! Ως ‘γη αλλοτρία’ θεωρείται ο κόσμος της αμαρτίας και των παθών… και η μακράν του Θεού ύπαρξη, όπου η ψυχή είναι ‘αλυτρωτικά’ δουλωμένη. Ως ‘Ωδή Κυρίου’ λογίζεται η Πνευματική χαρά και η Ευχαριστιακή λατρεία. Το ερώτημα τονίζει την αδυναμία της ψυχής να δοξολογήσει τον Θεό, όπως πρέπει… όταν βρίσκεται κάτω από πνευματική αιχμαλωσία.
«Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ…» (ψαλμ. 136, 5-6)
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Αν, τυχόν, σε λησμονήσω ποτέ, ω γλυκειά μου Πατρίδα-Παράδεισε… ας παραλύσει το δεξί μου χέρι…! Κι’ αν δεν σε θυμάμαι πάντα με σφοδρή λαχτάρα επαναπατρισμού… ας απολέσω οριστικά την φωνή μου!
Παρά τις απερίγραπτες δυσκολίες της «αλλοτρίας γης», της ‘ξενητειάς’ όπου μεταναστεύουμε οι άνθρωποι όταν αποσυνδεθούμε κι’ απομακρυνθούμε από τον Θεό… η ενθύμηση της πνευματικής πατρίδας μας (άνω Ιερουσαλήμ) και της θαλπνής αγκάλης του Ουράνιου Πατέρα… παραμένει ζωντανή! Έτσι, ώστε όταν Τον ποθήσουμε αβάσταχτα πλέον… η «ωδή Κυρίου» να μπορεί να αναπέμπεται στο θυσιαστήριο της καρδιάς μας ως προσευχή μετανοίας και παλιννόστησης… στην κοινωνία και περιχώρηση της Πατρικής Του Αγάπης. Ένα μυστικό ‘καταφύγιο’ ελπίδων η ανάμνηση του χαμένου Παραδείσου, θα μας ‘θυμίζει’ την προπτωτική αθωότητα… όπου κουρνιάζουν προστατευτικά τα παιδικά μας όνειρα, κυνηγημένα από τα ‘αρπακτικά’ της απελπισίας…!
Ένας ΚΑΚΟγηρος…
από το Άγιο Βουνό των ΚΑΛΟγήρων.
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ-ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[ 1 ] Το ποίημα «Ύμνος εις την ελευθερίαν» γράφτηκε το 1823 από τον Ζακυνθινό ποιητή Διονύσιο Σολωμό, ενώ οι δύο πρώτες από τις 158 στροφές του μελοποιήθηκαν το 1828 από τον Κερκυραίο συνθέτη Νικόλαο Μάντζαρο. Το 1865, μετά την προσάρτηση των Επτανήσων στην Ελλάδα, οι 2 πρώτες στροφές του εν λόγω ποιήματος καθιερώθηκαν επίσημα ως «Εθνικός Ύμνος» της Ελλάδας, και λίγο αργότερα της Κύπρου, με τις δύο πρώτες στροφές του ν’ αποτελούν την μουσική εκτέλεση και ν’ ανακρούονται στις Εθνικές Γιορτές.
[ 2 ] «Νόστιμον ήμαρ»: Ημέρα του νόστου, της παλιννόστησης, της επιστροφής από την ξενητειά στην πατρίδα…
[ 3 ] Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: «Ο θρήνος του Αδάμ…». ( Βλέπε σύνδεσμο: https://www.
[ 4 ] «Εκάθησεν Αδάμ απέναντι του Παραδείσου…» (Δοξαστικό, από την υμνολογία της Εορτής) Άκουσε τον σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?
